Από athletiko.gr
Ο Γιώργος Μπαρτζώκας δεν συνέλαβε το μπάσκετ που έχουν υμνήσει πολλοί, σε ένα βράδυ. Το Athletiko.gr περιγράφει την ιστορία της φιλοσοφίας Μπαρτζώκα και πώς έφτασε στο σημείο όχι μόνο να διαμορφώσει μία φιλοσοφία, αλλά να κάνει μία πρόταση.
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google
Στην αισθητική και στο γούστο δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Το δικαίωμα στην επιλογή, ανάλογα με την προσωπική ματιά και τις ανάγκες που καλύπτονται, είναι αναφαίρετο.
Το μπάσκετ του Γιώργου Μπαρτζώκα μπορεί να είναι πολύ αρεστό σε κάποιους, λιγότερο, έως και αδιάφορο σε κάποιους άλλους.
Δεν μπορεί όμως, οποιοσδήποτε να αρνηθεί ότι τα τελευταία 5 χρόνια ο Ολυμπιακός δεν χρησιμοποιεί απλά μία προπονητική φιλοσοφία… Καταθέτει μία πρόταση, την οποία πολλοί έχουν εξυμνήσει.
Πως γεννήθηκε όμως αυτή η φιλοσοφία; Ήταν μία λάμψη που στόχευσε ένα βράδυ το μυαλό του Γιώργου Μπαρτζώκα, ή πρόκειται για σκέψεις που είχε από το ξεκίνημα της καριέρας του;
Δεν πρόκειται για μία στροφή που έκανε κάποια στιγμή στο μυαλό του και δούλεψε αμέτρητα μερόνυχτα προκειμένου να κάνει τις σκέψεις του μεθοδολογία και φιλοσοφία.
Αυτό που παρουσιάζει ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα είναι επί της ουσίας ο καθρέπτης του βλέμματος που έχει ο κόουτς στην ίδια την κοινωνία και τον ιδεατό τρόπο λειτουργίας της. Πρόκειται για έναν άνθρωπο βαθιά κοινωνικοποιημένο και πολιτικοποιημένο, με έναν πολύ ανεπτυγμένο αξιακό κώδικα. Όλα αυτά που ο Μπαρτζώκας οραματίζεται για τη λειτουργία της ιδανικής πολιτείας, τα μετέφερε σε ένα κοινωνικό σύνολο, πολύ μικρότερο φυσικά, όπου, όμως, υπάρχουν ρόλοι.
Από την Ολύμπια Λάρισας, στα πρώτα προπονητικά βήματά του, κι εν συνεχεία στον Πανιώνιο, στο Μαρούσι, τον Ολυμπιακό, την Κούμπαν, την Μπαρτσελόνα και τη Χίμκι, η λογική του κόουτς Μπαρτζώκα ήταν πάντα ίδια. Παλιότερα περισσότερο ακατέργαστη. Σήμερα, σχεδόν τελειοποιημένη.
Ανέκαθεν, η ασταμάτητη κίνηση των παικτών της εκάστοτε ομάδας του χωρίς την μπάλα ήταν το σημείο που επιδίωκε. Τόσο πολύ που υπήρξε προπονητής ελληνικής ομάδας της Α1, που όταν αντιμετώπιζε τις ομάδες του Μπαρτζώκα, έδινε οδηγία στους παίκτες του… “Μείνετε σταθεροί, μην ακολουθείτε… Τόσο πολύ που κινούνται αυτοί, θα έρχονται πάλι πάνω μας”.
Η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου κόουτς ισορροπούσε φυσικά μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Από τότε όμως, έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια ίσως και περισσότερα. Η πρόταση του Γιώργου Μπαρτζώκα αναπτύχθηκε μέσα από τα χρόνια και τις εμπειρίες, ενώ ο ίδιος εξελίχθηκε.
Ο Μπαρτζώκας απεχθάνεται:
…και υπό μία έννοια τα μις ματς.
Πιστεύει στη δύναμη της ομάδας, την συνολικής ταυτόχρονης λειτουργίας, των ρηγμάτων που δημιουργούνται μέσα από την κίνηση των παικτών μακριά από την μπάλα.
Αντίθετα με τους περισσότερους (και ειδικά τον Σάρας), δεν είναι αυτός που θα αναζητήσει τα μις ματς, ούτε θα τα προκαλέσει επί τούτου. Βασικός άξονας της πρότασής του είναι ότι η ευκαιρία για κάποιον παίκτη να σκοράρει δε θα έρθει σημαδεύοντας ένα μις ματς, αλλά θα προκύψει, την κατάλληλη στιγμή, όταν η μπάλα θα έχει κυκλοφορήσει σωστά.
Προφανώς, απέναντι στην άμυνα αλλαγών της Φενέρ, κάθε φορά που θα του δίνεται η δυνατότητα θα χτυπάει το Ποστ στις περιπτώσει που τον Μιλουτίνοφ θα μαρκάρει ο Χολ, ή ο Μπαλντγουιν. Θα το κάνει επειδή πρέπει όμως, επειδή είναι ιδιαίτερη συνθήκη. Όχι επειδή του αρέσει. Και ναι, ο Ολυμπιακός, ακόμα και ο Ολυμπιακός του Γιώργου Μπαρτζώκα, κάνει πράγματα που δεν αρέσουν ιδιαίτερα στον προπονητή του. Τα ανέχεται όμως και τα διδάσκει επειδή ξέρει ότι είναι αποδοτικά, έστω κι αν συγκρούονται με το προσωπικό γούστο του.
Η συμμετοχικότητα και η ισονομία είναι άλλοι δύο βασικοί πυλώνες της πρότασής του. Ξέρει ότι για κάποιους παίκτες οι ευκαιρίες να εκτελέσουν είναι, εκ των πραγμάτων, λιγότερες από κάποιους άλλους. Θέλει όμως (και επιδιώκει) όταν θα έρθει η στιγμή τους, να έχουν τις καλύτερες των προϋποθέσεων για να ευστοχήσει.
Για παράδειγμα, οι παίκτες που αγωνίζονται στη θέση “3” σε πολλές φιλοσοφίες έχουν πολλές λιγότερες ευκαιρίες να ακουμπήσουν την μπάλα στην ανάπτυξη μίας επίθεσης και ακόμα λιγότερες ευκαιρίες να εκτελέσουν.
Η σκέψη του Μπαρτζώκα που έγινε κανόνας ήταν: “Πρέπει ο παίκτης στη θέση “3” να έχει ακουμπήσει τη μπάλα πριν χρειαστεί να εκτελέσει. Αν σουτάρει χωρίς να έχει καμία επαφή με τη μπάλα στην διάρκεια της επίθεσης, οι πιθανότητες να ευστοχήσει είναι πολύ λιγότερες”. Αρα, όσο πιο πολύ κυκλοφορεί η μπάλα, τόσες περισσότερες είναι οι ευκαιρίες για ένα touch κάθε παίκτη που βρίσκεται στο γήπεδο.
Δεν τον ενοχλεί καθόλου αν ο πόιντ γκαρντ του δεν είναι σπουδαίος σκόρερ. Μάλιστα, πολλές φορές αυτό τον υποχρέωσε να κάνει προσαρμογές.
Ο μύθος λέει ότι κατά την πρώτη θητεία του στον Ολυμπιακό, οι ομάδες του έπαιζαν δύο διαφορετικά μπάσκετ. Αυτό που υπηρετούσε την ball dominant προσωπικότητα του Σπανούλη και αυτό που ταίριαζε στη δική του φιλοσοφία.
Η μοναδική περίπτωση που ο Μπαρτζώκας πήγε κόντρα στα πιστεύω του όσο εδραιωνόταν στο ευρωπαϊκό στερέωμα, ήταν στην Χίμκι. Λόγω της παρουσίας του Αλεξέι Σβεντ, ο οποίος είχε μία εξαιρετικά σπάνια ικανότηταμε την μπάλα στα χέρια, ο Μπαρτζώκας βρέθηκε σε μία πολύ παράξενη θέση. Από τη μία πλευρά ήθελε να διδάξει αυτό που πίστευε. Από την άλλη, διέθετε έναν πολύ σπουδαίο κι ελίτ παίκτη/σκόρερ, πολύ ιδιαίτερων χαρακτηριστικών. Για πολύ καιρό προσπάθησε να ισορροπήσει. Μέχρι που αποδέχτηκε ότι η καλύτερη φιλοσοφία για αυτή την ομάδα είναι… “Η μπάλα στον Σβεντ”. Κι έτσι έκανε μεγάλες νίκες και μεγάλες εμφανίσεις.
Μέρος της φιλοσοφίας του είναι η επιβράβευση. Στην προπόνηση ο κόουτς του Ολυμπιακού δε θα επιβραβεύσει σχεδόν ποτέ αυτόν που βάζει τη μπάλα στο καλάθι. Θα επιβραβεύσει όμως, πάντα αυτόν που θα δώσει την τελική -σωστή- πάσα. Κι αυτή είναι μία από τις συνήθειες του που δεν αποχωρίζεται.
Το πιο δύσκολο κομμάτι στην εφαρμογή της πρότασης Μπαρτζώκα δεν είναι τόσο η προσαρμογή των παικτών, όσο η μεθοδολογία. Ο τρόπος δηλαδή που διδάσκει ο προπονητής στην ομάδα του όλα τα ξεχωριστά κομμάτια της φιλοσοφίας του.
Δεν είναι τόσο απλό, όπως συμβαίνει σε άλλα προπονητικά μοντέλα. Και είναι δύσκολο να σπάσει σε κομμάτια. Για αυτό και η αποκλειστική μέριμνα του κόουτς και των συνεργατών του δεν είναι να βλέπει τη μπάλα στο καλάθι κατά τη διάρκεια της προπόνησης. Αυτό που πάντα κάνει είναι να εξηγεί στους παίκτες του μετά από οποιαδήποτε δράση τι γίνεται μετά… Ουσιαστικά δεν υπάρχει ποτέ ένα τέλος στα plays του Ολυμπιακού. Δεν υπάρχει ουσιαστικά καμία στόχευση σε κάποιον παίκτη.
Η στόχευση είναι κάθε παίκτης να ξέρει τι πρέπει να κάνει “μετά”. Κάθε play του Μπαρτζώκα έχει ένα αρχικό formation, αλλά από εκεί και πέρα οι 5 στο παρκέ κινούνται, ανάλογα με τη θέση που έχει η μπάλα, αλλά και των θέσεων που έχουν οι υπόλοιποι τέσσερις.
Το πιο σημαντικό μήνυμα που προσπαθεί να διδάξει στην προπόνησή του είναι το “Το τι γίνεται μετά”. Με σκοπό να μην κολλήσει ποτέ η μπάλα, να μπορεί να απελευθερωθεί πιο εύκολα, να μην διακοπεί η κίνηση, να μην δημιουργηθούν χάσματα. Φυσικά δεν το καταφέρνει πάντα. Δεν είναι τόσο απλό.
Η πρόταση του Γιώργου Μπαρτζώκα δεν γεννήθηκε σε ένα βράδυ. Είναι η ιδέα που έχει για την εύρυθμη και εποικοδομητική λειτουργία μίας κοινωνίας. Πήρε τις αξίες του ως άνθρωπος και τις έκανε μπάσκετ ως προπονητής. Μέσα από τα χρόνια και τις εμπειρίες βρήκε και τη μεθοδολογία για να το διδάξει. Και μπορεί να αρέσει ή να μην αρέσει. Και τα δύο είναι οκ! Αναμφίβολα είναι όμως μία από τις λιγοστές διαφορετικές συνολικές προτάσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στο ευρωπαϊκό μπάσκετ.
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google