Φράιμπουργκ, το μικρό μεγάλο ποδοσφαιρικό θαύμα του Μέλανα Δρυμού

Από athletiko.gr

Η Φράιμπουργκ, που θα διεκδικήσει φέτος το Europa League, είναι ένα ιδιαίτερο project που στηρίζεται στην υπομονή και όχι στην ταχύτητα - Μια ομάδα που δείχνει ότι το ποδόσφαιρο μπορεί ακόμη να είναι ορθολογικό και ανταγωνιστικό ταυτόχρονα.

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Το Φράιμπουργκ ιμ Μπράισγκαου βρίσκεται δίπλα στον Μέλανα Δρυμό, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία και την Ελβετία, και θεωρείται η πιο ηλιόλουστη πόλη της Γερμανίας, ενώ μια σειρά από οικολογικές πολιτικές την κάνουν ίσως την πιο «πράσινη» στη χώρα. Η μεγάλη ατραξιόν είναι η παλιά πόλη με την υπέροχη αρχιτεκτονική της, τις μεσαιωνικές πύλες με τους πύργους αλλά και τα μικρά και μεγάλα κανάλια που βρίσκονται σε πολλά σημεία της. Θεωρείται, επίσης, μια από τις πιο προοδευτικές πόλεις της Γερμανίας, είναι πανεπιστημιούπολη, έχει υψηλή ποιότητα ζωής και ισχυρή κοινωνική συνείδηση.

Η κουλτούρα της πόλης αποτυπώνεται άμεσα και στον ποδοσφαιρικό σύλλογο της. Η Φράιμπουργκ δεν διαθέτει τα τεράστια έσοδα της Μπάγερν Μονάχου ή το εκτόπισμα της Ντόρτμουντ, δεν είναι ένα παγκόσμιο brand, δεν κάνει μεταγραφές εκατοντάδων εκατομμυρίων, αλλά υπηρετεί ένα αξιοθαύμαστο ποδοσφαιρικό μοντέλο, το οποίο στηρίζεται στη βιωσιμότητα, στην υπομονή, στην εκπαίδευση, στην ανάπτυξη βήμα-βήμα.

Ιστορικά, δεν ανήκε ποτέ στην elite του γερμανικού ποδοσφαίρου. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, παρέμεινε στις χαμηλότερες κατηγορίες και εμφανιζόταν μόνο περιστασιακά στην Bundesliga, όπου ανέβηκε για πρώτη φορά μόλις το 1993.

Πριν μετακομίσει στο νέο γήπεδό της, η Φράιμπουργκ έπαιζε για δεκαετίες στο Dreisamstadion, ένα από τα πιο ιδιαίτερα γήπεδα της Γερμανίας. Χτισμένο δίπλα στον ποταμό Dreisam και σχεδόν «χωμένο» μέσα στη γειτονιά, είχε κάτι βαθιά old-school, με χαμηλές εξέδρες και στενή επαφή με τον αγωνιστικό χώρο. Και το Europa-Park Stadion, που είναι πια η έδρα της, σχεδιάστηκε με έντονη περιβαλλοντική φιλοσοφία και χρήση ηλιακής ενέργειας, κάτι απόλυτα συμβατό με την κουλτούρα της πόλης.

Η Φράιμπουργκ έκανε κάτι εξαιρετικά ώριμο ήδη από τη δεκαετία του 1990: αποδέχθηκε τα όριά της. Η διοίκησή της κατανόησε ότι ένας μικρός σύλλογος δεν μπορεί να επιβιώσει προσπαθώντας να μιμηθεί τους πλούσιους. Δεν μπορούσε να αγοράζει ακριβούς παίκτες και να μπαίνει ενδεχομένως σε επικίνδυνες οικονομικές περιπέτειες. Δεν προσπάθησε ποτέ να επιταχύνει «τεχνητά» την ανάπτυξή της. Δεν αναζήτησε «σωτήρες» και μεγιστάνες για να πετύχει μια αγωνιστική έκρηξη.

Σε μια εποχή όπου πολλοί σύλλογοι επιβαρύνονται από χρέη ή εξαρτώνται από δισεκατομμυριούχους επενδυτές, η Φράιμπουργκ διατηρεί μια εξαιρετικά ορθολογική οικονομική πολιτική αποφεύγοντας υπερβολικές δαπάνες για μεταγραφές. Κινείται με το μότο «ποτέ μην ξοδεύετε περισσότερα από όσα μπορείτε να αντέξετε». Η φιλοσοφία του συλλόγου συνδέεται επίσης με το ιστορικό μοντέλο του γερμανικού ποδοσφαίρου, ειδικά με τον περίφημο κανόνα «50+1». Είναι ο κανονισμός που στοχεύει στο να αποτρέψει τους ιδιώτες επενδυτές από το να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο των συλλόγων. Αν και το σύστημα έχει εξαιρέσεις και επικρίσεις, έχει βοηθήσει στη διατήρηση ενός βαθμού συμμετοχής από τα μέλη και τους οπαδούς.

Κι αν μια ομάδα δεν μπορεί να αγοράσει τους καλύτερους ποδοσφαιριστές, τότε πολύ απλά θα πρέπει να αρχίσει να τους «δημιουργεί».

Με αυτή τη σκέψη, η Φράιμπουργκ επένδυσε στις ακαδημίες, στην εκπαίδευση προπονητών και στο scouting. Και έτσι πέτυχε η ακαδημία της να θεωρείται σήμερα μία από τις καλύτερες στη Γερμανία. Και είναι εξίσου σημαντικό ότι πέρα από το γεγονός ότι ο σύλλογος παράγει παίκτες, θεωρεί την εκπαίδευση εξίσου σημαντική με το ποδόσφαιρο, ενώ οι νεαροί ποδοσφαιριστές μαθαίνουν να λειτουργούν ως άνθρωποι πριν λειτουργήσουν ως επαγγελματίες αθλητές. Νοοτροπία βαθιά γερμανική, αλλά συνάμα και βαθιά ανθρωποκεντρική.

Ο σύλλογος προσπαθεί να προστατεύσει τους νέους ποδοσφαιριστές από την υπερβολική πίεση και την τοξικότητα που συνοδεύει πλέον το ποδόσφαιρο σε επίπεδο elite και από αυτή τη διαδικασία βγήκαν παίκτες όπως ο Ματίας Γκίντερ, ο Κρίστιαν Γκούντερ, ο Κέβιν Σάντε, ο Νόα Ατουμπόλου.

Η επιτυχία δεν μετριέται μόνο με τα αποτελέσματα. Μετριέται, επίσης, με τη διάρκεια. Με το αν ένας παίκτης μπορεί να σταθεί, να εξελιχθεί, να αντέξει. Με το αν ένας σύλλογος μπορεί να παραμείνει σταθερός χωρίς να παρασυρθεί από τις εξάρσεις της αγοράς.

Και πάμε τώρα στον Κρίστιαν Στράιχ. Αν κάποιος ήθελε να κάνει αφιέρωμα αποκλειστικά σε αυτόν θα μπορούσε να βάλει τίτλο «Ο τελευταίος ιδεαλιστής του ποδοσφαίρου». Ανέλαβε την πρώτη ομάδα το 2011 και παρέμεινε στον πάγκο μέχρι το 2024. Σε μια εποχή όπου οι προπονητές απολύονται μέσα σε λίγους μήνες, η παρουσία του για περισσότερο από μία δεκαετία μοιάζει μάλλον εξωπραγματική. Αλλά ο Στράιχ δεν ήταν μόνο ένας προπονητής. Ήταν παιδαγωγός, διανοούμενος, εκφραστής μιας διαφορετικής ποδοσφαιρικής ηθικής.

Πριν φτάσει στην πρώτη ομάδα, είχε δουλέψει για χρόνια στις ακαδημίες του συλλόγου. Μεγάλωσε μέσα στη φιλοσοφία της ομάδας. Και οι συνεντεύξεις Τύπου του έγιναν θρυλικές στη Γερμανία επειδή συχνά ξεπερνούσαν τα όρια του ποδοσφαίρου.

Christian Streich at @SCFreiburg: here for a good time - and a long time! 👊https://t.co/AMfTqUdQrp

Μιλούσε για την εμπορευματοποίηση του αθλήματος, την πολιτική, την κοινωνική ανισότητα, την εκπαίδευση, την ανάγκη οι ποδοσφαιριστές να παραμένουν μορφωμένοι και συνειδητοποιημένοι άνθρωποι, εξέφραζε δημόσια την αγωνία του για την αύξηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στη Γερμανία. Το 2015 στήριξε την απόφαση της Γερμανίας να ανοίξει τα σύνορά της και σε μια συνέντευξη τύπου, ανέπτυξε τη θέση του για το μεταναστευτικό σε έναν εντυπωσιακό 8λεπτο μονόλογο. Είπε ότι οι πλούσιες χώρες πρέπει να βοηθήσουν τις μικρότερες, ώστε να μην αναγκάζονται άνθρωποι να εγκαταλείπουν τα πάντα, αλλά και πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι χώρες στους ανθρώπους που φτάνουν στο έδαφός τους, λέγοντας ότι όλοι κάπου στο παρελθόν είχαμε έναν πρόγονο που αναγκάστηκε να μεταναστεύσει. Και έκλεισε λέγοντας: «Δεν είπαμε πολλά για το ποδόσφαιρο σήμερα, αλλά υπάρχουν και πιο σημαντικά θέματα».

Σημειώστε και αυτό: από το 1991 έως σήμερα στον πάγκο της έχουν καθίσει (μόνο) πέντε προπονητές. Και όταν το 2014 ο Στράιχ ολοκλήρωσε τον κύκλο του, ο σύλλογος εμπιστεύτηκε τον βοηθό του και πρώην αρχηγό της, τον 41χρονο σήμερα Τζούλιαν Σούστερ, ο οποίος φέτος κλείνει 18 χρόνια στην ομάδα και είναι αυτός που την καθοδήγησε μέχρι τον τελικό του Europa League.

Η Φράιμπουργκ έχει, επίσης, πολύ διαφορετική σχέση με τους οπαδούς της σε σχέση με τις περισσότερες ομάδες αυτή την εποχή. Υπάρχουν οργανωμένες δομές διαλόγου, fan councils, κοινωνικές πρωτοβουλίες και έντονη αντιρατσιστική δράση. Η κουλτούρα της εξέδρας στηρίζεται στη συμμετοχή, στη συλλογικότητα, στη στήριξη της ομάδας.

Μέσα σε όλα αυτά, η Φράιμπουργκ καλλιέργησε μια παράξενη αντίφαση: είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστική και ταπεινή, φιλόδοξη και συγκρατημένη, σύγχρονη και αλλά και παλιακή.

Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο γίνεται όλο και πιο ακριβό, απρόσωπο, εμπορικό, η Φράιμπουργκ θυμίζει ότι ένας σύλλογος μπορεί με υπομονή να επενδύει σε ανθρώπους, να χτίζει κοινότητα, να λειτουργεί βιώσιμα και να παραμένει ανταγωνιστικός ακόμα κι αν δεν κατακτά τίτλους.

Σαν να εκπροσωπεί μια ιδέα που μοιάζει να χάνεται: αυτή που δείχνει ότι το ποδόσφαιρο μπορεί ακόμη να είναι ανθρώπινο και να έχει ψυχή.

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google







Πρωτότυπο άρθρο