Από athletiko.gr
Πέντε δημοσιογράφοι του Athletiko θυμούνται που ήταν σε μια αθλητική στιγμή που τους σημάδεψε.
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google
Είναι έτσι ο αθλητισμός. Αυτή είναι η μαγεία του. Να θυμάσαι το γκολ που έβαλες στις ακαδημίες που έπαιζες μικρός και να το περιγράφεις στους γονείς σου ως το ωραιότερο στον κόσμο. Να θυμάσαι το πρώτο σου καλάθι στην μεγάλη μπασκέτα. Θυμάσαι τα πάντα. Που ήσουν και με ποιον ήσουν. Και όχι μόνο τις στιγμές που ζήσαμε παιδιά. Αλλά και τις στιγμές που είδαμε με τα είδωλά μας.Με αφορμή λοιπόν τη νέα καμπάνια της Stoiximan «Πού ήσουν», πέντε δημοσιογράφοι του Athletiko θυμούνται που ήταν σε μια αθλητική στιγμή που τους σημάδεψε. Και δείτε σύμπτωση. Ολοι τους θυμούνται καλοκαιριάτικη στιγμή... Οπως μας θύμισε η Stoiximan τη σχέση της με τις μεγάλες στιγμές που έχουν ενώσει φιλάθλους, αθλητές και ομάδες.
Οι γονείς μου με το που τελείωνε το σχολείο με φόρτωναν σε ένα μαύρο FIAT και με πήγαιναν για διακοπές στη γιαγιά μου. Μετά το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας στο χωριό (17 Ιουλίου), έβγαλε το σπιράλ τετράδιο μου. Δύο μέρες αργότερα άρχιζαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Ατλάντα και ήθελα να σημειώνω κάθε αγώνισμα, κάθε επίδοση.
Η αγαπημένη μου συνήθεια (λόγω και της διαφοράς ώρας), ήταν μετά το βραδινό της γιαγιάς και το ψήσιμο της καλαμπόκας να κάτσω μπροστά στην παλιά τηλεόραση του παππού. Ναι αυτήν που άλλαζες κανάλι από τον διακόπτη πάνω της και όταν δεν έπιανε σήμα, ήθελε την σφαλιάρα της.
Το βράδυ της Παρασκευής όμως, την 26η του Ιούλη τα πράγματα ήταν ξεχωριστά. Η dream team της Αρσης Βαρών μας είχε χαρίσει ήδη μετάλλια και ηταν από τα αγαπημένα μου αγωνίσματα που σημείωνα στο σπιράλ τετράδιο. Εγραφα «ΑΡΑΣΕ» και από κάτω τα κιλά. Πετυχημένη προσπάθεια «τσεκ». Αποτυχημένη «Χ». Το ίδιο στο «ΖΕΤΕ» και μετά γρήγορη πρόσθεση στο σύνολο.
Δωδεκάχρονος τότε, με ματωμένα γόνατα από τη μπάλα στους δρόμους οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο χωριό ήταν πάντα κάτι ξεχωριστό για μένα κάθε τέσσερα χρόνια.
Όμως εκείνη την Παρασκευή ήταν η βραδιά που ήθελε μέχρι και η γιαγιά Μάρθα να το δει. «Παίζει ο Πύρρος σήμερα, ε;». Και έπαιξε. Και έκατσε και κάτω από την μπάρα που του φώναξε ο Ιακώβου. Και πήρε και το χρυσό. Το δώρο της γιαγιάς; Ένα παγωτό για μένα και την ξαδέρφη μου. Στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο δώρο είναι εκείνη η ανάμνηση του καλοκαιριού.
Φαγητό γιαγιάς, ματωμένα γόνατα από το ατελείωτο παιχνίδι στο χωριό και ένα παγωτό για το χρυσό του Πύρρου.
Λίγα λεπτά πριν από τη μεγαλύτερη στιγμή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Λίγα λεπτά πριν το σφύριγμα της λήξης στον τελικό του EURO 2004, με την Ελλάδα να προηγείται με 1-0 της Πορτογαλίας και να αγγίζει το τρόπαιο. Να αγγίζει το όνειρο των ονείρων.
Το αγγίζαμε, αλλά ήθελε ακόμα δέκα λεπτά. Το πιστεύαμε, αλλά δεν είχε λήξει. Θα έληγε και με την προοπτική, την ελπίδα πως θα ήταν δικό μας, ανέβηκα στο μηχανάκι για τη διαδρομή Καλλιθέα - Ομόνοια. Εκεί, στην Πλατεία Ομονοίας, θα μαζευόταν ο μεγαλύτερος όγκος των Ελλήνων για να πανηγυρίσουν και έπρεπε να φτάσω νωρίτερα.
Αλλά το άγχος με κυρίευε όσο ο χρόνος περνούσε και δεν ήξερα αν παραμένει το 1-0, αν έληξε ή όχι. Ώσπου, κάπου στην Πειραιώς, λίγο πριν το ύψος των Πετραλώνων, άρχισαν οι ιαχές, τα ουρλιαχτά, τα κορναρίσματα, άρχισε ο κόσμος να ξεχύνεται από τα σπίτια του σαν ένα ανθρώπινο τσουνάμι που γέμιζε κάθε στενό.
Δεκάδες στην αρχή. Εκατοντάδες σε λίγα δευτερόλεπτα. Χιλιάδες σε μερικά λεπτά. Είχε λήξει, το είχαμε πάρει το... τιμημένο, δεν ήταν όνειρο. Η Ελλάδα στον έβδομο ουρανό, σε μια στιγμή που δε θα ξεχάσει ποτέ κανείς που ήταν, τι έκανε, πως το έζησε και τι ακολούθησε.
Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή που ο Σπύρος Γιαννιώτης κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο εκείνο τον Αύγουστο του 2016 στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ήταν μια στιγμή γεμάτη ένταση και αγωνία. Να πρέπει να γράψω το άρθρο, να ανέβει γρήγορα, αλλά τα χέρια να τρέμουν μουδιασμένα από την εικόνα που έβλεπα.
Παρακολουθούσα τον αγώνα με κομμένη την ανάσα και όσο πλησίαζε ο τερματισμός, ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά όλο και πιο δυνατά. Χτύπησε το χέρι του στον τερματισμό; Ήταν πρώτος; Ήταν δεύτερος;
Δεν ήταν μόνο ένα μετάλλιο. Μπορεί να μην ήταν καν το μετάλλιο. Ήταν η ανταμοιβή για χρόνια προσπάθειας, επιμονής και θυσιών. Στο πρόσωπό του έβλεπα την κούραση αλλά και τη δικαίωση ενός ανθρώπου που δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό του. Που τέσσερα χρόνια πριν είχε φτάσει ένα βήμα πριν το όνειρο, ήταν τέταρτος στο Λονδίνο και βγήκε μετά από τον τιτάνιο αγώνα του και δάκρυσε και είπε ότι δεν ήξερε αν έχει το κουράγιο να το ξανακάνει.
Και το έκανε ξανά. Ήταν τόσο δυνατός.
Η εικόνα του να βγαίνει από το νερό χαμογελαστός θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου για πάντα. Ήταν μια στιγμή λύτρωσης για τον ίδιο, μια στιγμή που έμεινα να τον θαυμάζω για την σπουδαία προσπάθεια, πέρα από κάθε όριο ανθρώπινης αντοχής, όχι μόνο του σώματος, αλλά ίσως κυρίως της ψυχής. Που δεν άδειασε μετά από το 2012, αλλά αντίθετα γέμισε με δύναμη.
Και τότε τα χέρια ξεμούδιασαν, σαν να λύθηκαν. Και το άρθρο γράφτηκε. Ο Σπύρος Γιαννιώτης ήταν πια Ολυμπιονίκης.
Το βράδυ της 14ης Ιουνίου του 1987, όταν όλη η Ελλάδα πανηγύριζε την επικότερη των κατακτήσεων, με τη νίκη της εθνικής ομάδας μπάσκετ επί της Σοβιετικής Ένωσης στον τελικό του Eurobasket, τα δικά μου δάκρυα δεν ήταν εκείνα της χαράς.
Ήταν εκείνα του ατόμου που δεν καταλάβαινε γιατί τον περιστοιχίζουν δεκάδες άνθρωποι που φορούσαν λευκές ρόμπες. Ήμουν με ουρολοίμωξη στο νοσοκομείο Παίδων. Ο πατέρας μου έχασε το τζάμπολ, αλλά άκουσε τη νίκη της Ελλάδας στο τρανζιστοράκι στο προαύλιο του νοσοκομείου.
Τη χάρηκε, αν και η συμπάθεια στη Σοβιετική Ένωση λόγω πολιτικών πεποιθήσεων ήταν δεδομένη. Εγώ δεν θυμάμαι τίποτα… Ήμουν 1,5 ετών, αλλά η «ανάμνηση» έρχεται μέσα από τις οικογενειακές αφηγήσεις. Και είναι το ίδιο έντονη. Μέχρι και τα κορναρίσματα από το Lada στην επιστροφή στο σπίτι μετά το εξιτήριο τα μεσάνυχτα του μεγάλου τελικού ακούω ακόμα στα αυτιά μου νοητά, όταν η μάνα μου θυμάται εκείνη τη βραδιά και μου λέει «κάτσε να σου πω τι είχε γίνει τότε…».
Όλοι μιλούν για την «χρυσή» περίοδο του ελληνικού στίβου, από το 1997 έως το 2004. Μπορεί τότε να ήμουν μικρό παιδί και να μην την έζησα, δημοσιογραφικά, παρόλα αυτά ήμουν τυχερός. Έζησα από κοντά τους δύο Ολυμπιακούς τελικούς του Μίλτου Τεντόγλου, στο Ολυμπιακό στάδιο του Τόκιο το 2021 και στο Stade de France το 2024, το μοναδικό ελληνικό back to back χρυσών μεταλλίων στο μήκος, και το δεύτερο στην ιστορία μετά από τον θρυλικό Καρλ Λιούις.
Το 2021, στους Αγώνες της πανδημίας, με μασκές, με cluster και ελέγχους, χωρίς κόσμο, χωρίς παλμό. Βρισκόμουν στα δημοσιογραφικά θεωρεία και λόγω της απουσίας φιλάθλων είχαν τοποθετηθεί πάνω στη γραμμή τερματισμού των 100μ, μπορούσα σχεδόν να πιάσω τους δρομείς. Το μήκος όμως ήταν στην απέναντι πλευρά του σταδίου.
Λίγο πριν την έκτη και τελευταία προσπάθεια του ο Τεντόγλου είχε μείνει τέταρτος, αλλά με μηδέν παλμούς πήδηξε 8.41μ, όσο και ο Κουβανός Ετσεβαρία στην πρώτη θέση, είχε όμως καλύτερη δεύτερη προσπάθεια. Θυμάμαι τους Έλληνες στα δημοσιογραφικά να ζητωκραυγάζουμε για το χρυσό παιδί από τα Γρεβενά που έφτασε στην κορυφή του κόσμου και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι φωνάζαμε αρκετά ώστε να μας ακούσει από την άλλη άκρη.
Θυμάμαι όμως και τέσσερα χρόνια μετά την καταξίωσή του στο Παρίσι. Είδα το δεύτερο χρυσό από τα δημοσιογραφικά θεωρεία που αυτή τη φορά ήταν ψηλά, πάνω από το πρώτο διάζωμα. Με όλο το βάρος στις πλάτες του, μέσα σε ένα κατάμεστο στάδιο, ο Τεντόγλου απέδειξε περίτρανα γιατί είναι ο κορυφαίος της τελευταίας δεκαετίας, με μία εύκολη νίκη σε έναν μάλλον βαρετό τελικό.
Δύο διαφορετικές στιγμές οι οποίες όμως σφυρηλάτησαν έναν θρύλο του ελληνικού αθλητισμού, και για αυτό θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη μου.
Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google