Από sdna.gr
Μαδρίτη, τέσσερις μέρες που πέρασαν σαν καλή επίθεση στο transition. Ούτε το κατάλαβες πότε ξεκίνησε, ούτε πότε τελείωσε. Μόνο που αντί για buzzer beater, έμεινε μια γεύση ότι… «ρε φίλε, μακάρι κι άλλο να είχε».
Η αρχή έγινε στις 12 Ιανουαρίου, με ένα mail που έμοιαζε τυπικό. Πρόσκληση για Μαδρίτη. Στην πράξη αποδείχθηκε ένα τετραήμερο (17–20 Απριλίου) που είχε ρυθμό, ανθρώπους και στιγμές που δεν χωράνε σε πρόγραμμα. Όλα λειτούργησαν όπως πρέπει να λειτουργεί μια ομάδα που ξέρει τι κάνει. Οργάνωση χωρίς φασαρία, μετακινήσεις χωρίς άγχος, ξενοδοχείο στη Gran Vía, από αυτά που βγαίνεις έξω και η πόλη σε τραβάει από το μανίκι και σου λέει «έλα, έχει δρόμο».
Δεν υπήρχαν βαριά corporate λόγια, ούτε παρουσιάσεις με slides και «οράματα». Ήταν κάτι πιο απλό και τελικά πιο δύσκολο να το πετύχεις: καλό ταξίδι με σωστούς ανθρώπους. Η EMA το πήγε με φροντίδα και μέτρο. Μας άφησε χώρο να αναπνεύσουμε, να χαθούμε λίγο στη Μαδρίτη, να πιούμε έναν καφέ χωρίς ρολόι, να φάμε σε μέρη που δεν τα βρίσκεις με Google αλλά με ανθρώπους που ξέρουν. Κι αυτό, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν αγοράζεται εύκολα.
Ετσι καταλαβαίνεις και την ουσία των ελαστικών Kumho, βλέπεις δηλαδή πώς «κυλάει» το πράγμα. Σαν καλό λάστιχο που δεν το σκέφτεσαι όταν δουλεύει σωστά γιατί σε πάει εκεί που θέλεις με σιγουριά. Έλεγχος, απόδοση, εμπιστοσύνη. Όχι στα χαρτιά. Στην πράξη και στο πώς στήνεται μια εμπειρία χωρίς να σε πνίγει.
Και μετά, το παιχνίδι. Στη Movistar Arena, σε VIP θέσεις που σε κάνουν να νιώθεις λίγο… προπονητής χωρίς ευθύνη. Το ματς Ρεάλ-Τενερίφη τα είχε όλα: η «βασίλισσα» στο σπίτι της, το κοινό στο πόδι, οι διαιτητές στο στόχαστρο από το πρώτο σφύριγμα. Ισπανικό κοινό; Μην σε ξεγελάει το «ευρωπαϊκό». Έχει φωνή, έχει ένταση, έχει και τα «γαλλικά» του, μη σου πω ότι... μια χαρά θα ένιωθες αν έκλεινες τα μάτια και νόμιζες ότι είσαι ΟΑΚΑ ή ΣΕΦ.
Απλά, υπήρχε και η εξαιρετική Τενερίφη με τους μαχητές της, που δεν ήρθε για συμπλήρωμα -όπως αποδείχθηκε- αλλά για να… πατήσει γκάζι. Με τον Χουέρτας να κάνει αυτό που κάνει χρόνια, να ελέγχει ρυθμό σαν παλιός πλέι μέικερ που δεν βιάζεται ποτέ. Από τα μέσα της τρίτης περιόδου δε, ένιωθες για τα καλά την αίσθηση ότι η Τενερίφη δεν θα λυγίσει. Ότι έχει το τιμόνι. Ότι πατάει στο παρκέ όπως πατάει το Kumho, χωρίς γλίστρημα, χωρίς πανικό.
Έτσι, γράφτηκε το 90–95. Μέσα στη Μαδρίτη. Με τη Ρεάλ να τρέχει και να μη φτάνει. Με τους νησιώτες να έχουν ψυχραιμία, έλεγχο και κάτι από εκείνη την ήρεμη αυτοπεποίθηση που στο τέλος κερδίζει.
Ναι, δεν θα σου πω ψέματα, με στεναχώρησε λίγο. Ξέρεις πώς είναι… πας σε μια έδρα τέτοια, θες να δεις το «μεγάλο». Αλλά το μπάσκετ έχει έναν δικό του τρόπο να σου θυμίζει ότι δεν παίζουν πάντα οι φανέλες, αλλά παίζουν και κερδίζουν αυτοί που κρατάνε το τιμόνι όταν αρχίζει η στροφή.
Οι μέρες κύλησαν σαν βόλτα στη Gran Vía μετά τα μεσάνυχτα. Φαγητά που κρατάνε κουβέντα, γέλια που δεν θυμάσαι από τι ξεκίνησαν, βόλτες χωρίς προορισμό, ένα πέρασμα από το Museo del Prado που σε βάζει για λίγο σε άλλη εποχή και μετά πάλι πίσω, στον θόρυβο της πόλης. Εκεί που δεν το περιμένεις, δένεσαι με ανθρώπους χωρίς προσπάθεια, λες και τους ήξερες από πριν.
Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, υπήρξε εκείνη η μικρή εσωτερική γκρίνια μέσα μου. «Κάτσε λίγο ακόμα». Πολάρα η (αραβικής καταγωγής αν δε το ξέρατε) Μαδρίτη και το σύνολο (σ.σ. όλοι εμείς) έβγαλε καλό ματς. Ματσάρα...
Αν έπρεπε να το πω μπασκετικά; Ήταν ένα ταξίδι που κέρδισε με σωστές επιλογές, σαν ομάδα που δεν κάνει λάθη στο τέλος, όπως η Τενερίφη.
Αν έπρεπε να το πω… λαστιχένια; Ήταν από εκείνες τις εμπειρίες που κρατάνε δρόμο. Και βγάζουν πολλά χιλιόμετρα ωραίων αναμνήσεων.