Από sdna.gr
Αν βάλουμε στην εξίσωση και την πολύ καλή πορεία της γυναικείας ομάδας του Ολυμπιακού στο Τσάμπιονς Λιγκ αλλά και το ΠΑΟΚ στο Τσάλεντζ Καπ των ανδρών μάλλον δεν τα πήγε άσχημα το ελληνικό βόλεϊ στην ευρωπαϊκή σκηνή. Βέβαια, τόσο ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ όσο και ο Παναθηναϊκός με τον Πανιώνιο μάζεψαν τους καρπούς από τις δικές τους προσπάθειες και όχι από μια συντονισμένη προσπάθεια ή κάποιο πρότζεκτ εξέλιξης της Ομοσπονδίας όπως συμβαίνει στα προηγμένα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.
Εν πάση περιπτώσει Παναθηναϊκός και Πανιώνιος θα κοντραριστούν για μια θέση στον τελικό όπως είχαν κάνει πριν τρία χρόνια οι δύο «αιώνιοι» στο Τσάλεντζ Καπ των ανδρών. Ενδεχομένως οτιδήποτε λιγότερα να έμοιαζε με αποτυχία τόσο από τη μία όσο και από την άλλη πλευρά καθώς κανένας αντίπαλος που βρέθηκε στο δρόμο τους δεν ήταν πραγματικά άξιος να κοιτάξει στα μάτια και να αποκλείσει τις πράσινες και τις κυανέρυθρες.
Ο Παναθηναϊκός το έχει ξαναδεί το έργο αν και πέρασαν αρκετά χρόνια για να διεκδικήσει ξανά θέση στον τελικό. Το 2009 μοιάζει μακρινό και σε μια τελείως διαφορετική εποχή ενώ το 2022 η ομάδα του Απόστολου Οικονόμου έφτασε τόσο κοντά αλλά τόσο μακριά στην τετράδα. Το φετινό πλάνο ήταν ξεκάθαρο. Από τη στιγμή που ο Παναθηναϊκός συμφώνησε με τον Κιαπίνι του παρέδωσε τα κλειδιά και τον εμπιστεύτηκε απόλυτα στο χτίσιμο της ομάδας. Ο Ιταλός δεν έψαξε μεγάλες σταρ αλλά τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να υπηρετήσουν το πλάνο του. Σίγουρα ο ερχομός της Λαμπρόφσκα ήταν μια μεταγραφή από το πάνω ράφι όπως και αυτό της Γουάιτ. Η Μπένετ ήταν ένα ενδιαφέρον πρότζεκτ αλλά όχι μια σούπερσταρ ωστόσο εκ του αποτελέσματος η επιλογή της μοιάζει να αποδίδει απόλυτα.
Ο Ιταλός κόουτς είχε την ευτυχή συγκυρία να βρει καλό υλικό όπως τη Χατζηευστρατιάδου, τη Σάμανταν, τις δύο λίμπερο και φυσικά να έχει στη διάθεσή του πλέον την καλύτερη Ελληνίδα πασαδόρο. Οπότε ο Κιαπίνι πήρε τα «υλικά» και έφτιαξε μια συνταγή που όχι μόνο έχει… γεύση αλλά αρέσει πολύ. Αξιοποιώντας όλα τα υλικά δημιούργησε μια ομάδα με ουσία, χαρακτήρα και πέρα για πέρα σκληραγωγημένη.
Ο Πανιώνιος, από την άλλη, είχε τη δυσκολία να προέρχεται από μόλις μία σεζόν παρουσίας στη Volley League. Αυτό δημιούργησε ένα σημαντικό πρόβλημα. Η ομάδα έπρεπε να ανέβει ταχύτητα πολλά σκαλοπάτια για να καλύψει το χάντικαπ από τους υπόλοιπους ανταγωνιστές της σε Ελλάδα και Ευρώπη. Και πέρυσι αλλά και φέτος διαθέτει έναν αξιόλογο Ελληνικό κορμό τον οποίο προσαρμόζει συνεχώς. Τόσο πέρυσι όσο και φέτος συνεχίζει να κάνει διορθωτικές κινήσεις ψάχνοντας την ιδανική σύνθεση με τον ερχομό της Χαντάβα, της Αγγελοπούλου και της Λιάγκη να είναι τα τελευταία κομμάτια του παζλ.
Για να ανέβει, λοιπόν, όλα αυτά τα σκαλοπάτια ο Πανιώνιος επένδυσε σε βαριά ονόματα. Η Ριστίσεβιτς (που ήρθε ως Μπούσα) ήταν η αρχή και πλέον με σπουδαίες παίκτριες σαν την Ατανασίγιεβιτς, τη Ραχίμοβα και πλέον τη Στογίλκοβιτς πλάι στις σπουδαίες Ελληνίδες που αποκτήθηκαν ο Πανιώνιος έγινε ομάδα υψηλού επιπέδου. Το πρόβλημα του ήταν πως η χημεία δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί ωστόσο όσο η σεζόν προχωράει τόσο μοιάζει να δένει όλο και περισσότερο το σύνολο. Είναι καλοδεχούμενο φυσικά για τον Νέσιτς και κάθε προπονητή να έχει τέτοια υπερόπλα στη φαρέτρα του ακόμα και αν αυτό δεν είναι εύκολο όσον αφορά το κομμάτι της διαχείρισης. Παρά τα σκαμπανεβάσματα πάντως ο Σέρβος έχει καταφέρει αυτό που ήθελε τόσο ο ίδιος όσο και η διοίκηση και πλέον ο Πανιώνιος έχει κάθε δικαίωμα να ονειρεύεται.
Ο τρόπος ήταν διαφορετικός αλλά στο τέλος της μέρας η ουσία είναι που μετράει. Άλλωστε δεν υπάρχει σωστό και λάθος όταν χτίζεις μια ομάδα από διαφορετική αφετηρία σε σχέση με τον αντίπαλο. Οι δύο ελληνικές ομάδες έχουν πάρει ήδη καλό βαθμό αλλά το πρόβλημα είναι απλό, μόνο ένας μπορεί να πάει στον τελικό. Και είναι σαφές πως έξι σετ δε θα είναι αρκετά για να το κρίνουν.