Από sdna.gr
Στο ποδόσφαιρο υπάρχει ένα λάθος που επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια: να μετατρέπεται κάθε συζήτηση για προπονητή σε λογαριασμό αποτελεσμάτων. Κέρδισε, μένει. Δεν κέρδισε, φεύγει. Στην περίπτωση του Ράφα Μπενίτεθ, το ερώτημα είναι πιο σύνθετο και κυρίως πιο βαθύ. Ο λόγος είναι ότι εδώ δεν κρίνεται μόνο η βαθμολογική συγκομιδή.
Κρίνεται αν ο Παναθηναϊκός βαδίζει προς κάποια κατεύθυνση ή αν το μόνο που κάνει αυτή τη στιγμή είναι να διαχειρίζεται τον χρόνο του. Ο Μπενίτεθ δεν είναι τυχαίος, όλοι το ξέρουμε αυτό. Δεν είναι πείραμα, ούτε προπονητής μιας καλής χρονιάς. Ήρθε με βαρύ βιογραφικό, εμπειρία από πίεση, τίτλους και αποδυτήρια που απαιτούν έλεγχο. Σε αυτό το κομμάτι ίσως να έχει αφήσει κάποιο αποτύπωμα.
Ο Παναθηναϊκός είναι πειθαρχημένος, λιγότερο χαοτικός, δεν διαλύεται εύκολα, δεν χάνει το μυαλό του με την πρώτη στραβή και θα ήταν άδικο αυτά να μπουν στην άκρη. Η ουσία, όμως, δεν είναι αν υπάρχουν θετικά. Είναι αν αρκούν. Η εικόνα στο γήπεδο δεν παραπέμπει σε ομάδα που «χτίζεται», αλλά σε ομάδα που συντηρείται. Κι αυτό, διότι η ένταση είναι χαμηλή (με εξαίρεση το ντέρμπι στο Γεώργιος Καραϊσκάκης), το παιχνίδι δείχνει προβλέψιμο πιο πολύ κι απ' του Ολυμπιακού, η πρωτοβουλία δε, περιορισμένη στην καλύτερη περίπτωση.
Και το πιο κρίσιμο; Δεν διακρίνεται μια καθαρή αγωνιστική ταυτότητα που να δείχνει πού θέλει να φτάσει αυτό το σύνολο σε δύο ή τρεις μήνες. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι οι πράσινοι δεν κερδίζουν πάντα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν δείχνουν τον τρόπο που θα αρχίσουν να κερδίζουν σταθερά.
Εδώ μπαίνει στο κάδρο κάτι που εξηγεί πολλά. Στη διάρκεια της φετινής σεζόν, ο Παναθηναϊκός έχει αγωνιστεί με κάμποσα (πολλά δηλαδή) διαφορετικά συστήματα. Το 4-2-3-1 είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε τις περισσότερες φορές, όμως κατά διαστήματα είδαμε 3-4-2-1, 4-3-3, 4-3-2-1 αλλά και 4-4-2. Μάλλον δεν πρόκειται για θεωρητική ευελιξία στον προπονητικό πίνακα, αλλά για διαρκείς πιθανές προσαρμογές, με αφετηρία το... υπερψάξιμο του Ισπανού τεχνικού να βγάλει άκρη. Ένα άλλο δεδομένο είναι ότι οι συνεχείς απουσίες λόγω τραυματισμών, τον ανάγκασαν να δοκιμάσει πολλούς παίκτες σε διαφορετικούς ρόλους και θέσεις, συχνά εκτός του ποδοσφαιρικού τους dna. Το αποτέλεσμα είναι ενδεικτικό: σε 25 αγώνες, ο Παναθηναϊκός έχει παραταχθεί με 25 διαφορετικές ενδεκάδες. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Από τη μία, δείχνει προσπάθεια διαχείρισης ενός δύσκολου, μεταβαλλόμενου ρόστερ.
Από την άλλη, εξηγεί γιατί η ομάδα δυσκολεύεται να αποκτήσει συνοχή, αυτοματισμούς και σταθερή αγωνιστική ταυτότητα. Όταν αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλάζουν και οι ρόλοι και όταν αλλάζουν συνεχώς οι ρόλοι, όλα γίνονται δύσκολα. Τα δεδομένα αυτά έρχονται να κουμπώσουν στη συζήτηση, όχι για να βγάλουν ετυμηγορία, αλλά για να εξηγήσουν γιατί αυτή δεν είναι θεωρητική. Στη σεζόν 2025-26, μετρώντας όλες τις διοργανώσεις, ο Παναθηναϊκός έχει δώσει 25 αγώνες με συνολικό απολογισμό 13 νίκες, 6 ισοπαλίες και 6 ήττες, με μέσο όρο 1,80 βαθμούς ανά παιχνίδι. Στο πρωτάθλημα το ρεκόρ είναι 7-3-4, στο Κύπελλο 4-0-2 και στην Ευρώπη 2-3-0. Πρόκειται για αριθμούς που δείχνουν μια ομάδα που στέκεται, που δεν καταρρέει, που βρίσκει τρόπους να επιβιώνει σε πολλαπλά μέτωπα, αλλά που ταυτόχρονα, δεν επιβάλει κυριαρχία και αγωνιστική επιβολή.
Είναι αριθμοί ελέγχου και διαχείρισης, όχι έκρηξης που ζητάει τώρα ο κόσμος του Παναθηναϊκού και που -κακά τα ψέματα- έχει ανάγκη η ομάδα. Και εδώ επιστρέφουμε στο timing, που στο ποδόσφαιρο συχνά μετρά περισσότερο από το ίδιο το όνομα. Κάθε εβδομάδα που περνά χωρίς καθαρή βελτίωση κάνει το ερώτημα πιο πιεστικό. Όχι γιατί «πρέπει να φύγει κάποιος», αλλά γιατί ο χρόνος για να σταθεροποιηθεί κάτι συγκεκριμένο, μικραίνει.
Αν η επιλογή είναι να συνεχιστεί αυτή η πορεία, τότε πρέπει να υπάρξει καθαρή στήριξη και αποδοχή του δρόμου «χαμηλό ρίσκο, έλεγχος, υπομονή, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι η πρόοδος θα έρθει αργά». Αν όμως υπάρχει η σκέψη ότι απαιτείται άλλη φιλοσοφία, περισσότερη ένταση και πιο ξεκάθαρη ταυτότητα, τότε το να περιμένεις να «γράψει ο χρόνος» λειτουργεί εις βάρος του συνόλου και του οργανισμού. Το συμπέρασμα χρειάζεται ψυχραιμία και καθαρό μυαλό.
Ο Μπενίτεθ (βεβαίως και) δεν είναι κακός προπονητής, ούτε έχει χάσει το ποδόσφαιρο. Αλλά αυτή τη στιγμή μοιάζει να εκπροσωπεί ένα μοντέλο που δεν ταιριάζει απόλυτα στις ανάγκες του Παναθηναϊκού και πολύ περισσότερο στη συγκυρία. Το δίλημμα δεν είναι αν «αξίζει» να μείνει. Είναι αν αυτό που προσφέρει ο 65χρονος Ισπανός είναι αυτό που χρειάζεται τώρα το τριφύλλι.
Και στο τέλος, όσο κι αν δεν μας αρέσει, το ποδόσφαιρο δεν περιμένει κανέναν. Τα δεδομένα δεν καταδικάζουν, εξηγούν όμως γιατί η συζήτηση έχει ανοίξει και γιατί δεν μπορεί να κλείσει με ένα εύκολο «ναι» ή «όχι».