Από sdna.gr
Στο Πικίνε, μια παραγκούπολη που εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο προάστιο του Ντακάρ στη Σενεγάλη, η μπάλα δεν είναι απλώς παιχνίδι, αλλά τρόπος ζωής. Αν ρίξει μια ματιά στο λήμμα της Wikpedia για την «πόλη» αυτή, που ξεπερνάει πια το ένα εκατομμύριο κατοίκους, εύκολα το διαπιστώνει. Από τους 32 που αναφέρονται ως «διάσημοι» με καταγωγή από το Πικίνε, οι 27 είναι ποδοσφαιριστές, δύο μουσικοί, δύο αξιωματικοί του στρατού κι ένας πολιτικός.
Εκεί γεννήθηκε το 1998 ο Αμπουμπακαρί Κοϊτά, σε μια οικογένεια που κουβαλούσε ήδη μέσα της την πολυπολιτισμικότητα: πατέρας μαυριτανο-μαλινέζικης καταγωγής, μητέρα Σενεγαλέζα. Κι ο πατέρας εγκατεστημένος στο Βέλγιο για πολλά χρόνια, οικονομικός μετανάστης, με όνειρο κάποια στιγμή να φτάσει τη ζωή του σε τέτοιο επίπεδο για να καλέσει και την οικογένειά του να ζήσει στην Ευρώπη.
Στις μικρές καθημερινές μάχες στις αλάνες ξεκίνησε η αγάπη για τη μπάλα. Και το στοιχείο που τον διαφοροποιεί ακόμα και τώρα από τα «βιομηχανοποιημένα» αφρικανόπαιδα των ευρωπαϊκών ακαδημιών. Για να παίξεις μπάλα στις αλάνες του Πικίνε πρέπει να το’ χεις, που λέμε. Το επίπεδο είναι τόσο σημαντικό που η AS Pikine, η τοπική ομάδα που μαζεύει τα ταλέντα από τα χώματα, βρίσκεται χρόνια τώρα στην πρώτη κατηγορία της Σενεγάλης.
Σε ηλικία περίπου δέκα ετών, ο Αμπουμπακαρί Κοϊτά ακολούθησε την οικογένειά του στην Αμβέρσα, εκεί όπου ο πατέρας του είχε ήδη ριζώσει από τη δεκαετία του ’80. Νέα χώρα, νέο κλίμα, νέοι κανόνες. Το ποδόσφαιρο έγινε σταθερά του, ώστε να προσαρμοστεί πιο εύκολα. Σε μικρούς συλλόγους όπως η Μέρκσεμ και αργότερα η Λίρα και η Χέελ, η ποδοσφαιρική του προσωπικότητα άρχισε να «χτίζεται». Με προίκα το «αλανιάρικο» στυλ που είχε μέχρι τότε από το ανοργάνωτο ποδόσφαιρο από την αλάνα.
Προφανώς, χρειαζόταν πολλή δουλειά. Δεν ήταν ποτέ το παιδί-θαύμα που ξεχώριζε από τα 12 του, αλλά εκείνος που δούλευε περισσότερο από τους άλλους. Βασιζόταν από τότε στην εκρηκτικότητα και στο ένστικτο.
Η είσοδος στην ανδρική ομάδα της Χέελ στα 17 του ήταν το πρώτο βήμα και η απόδειξη ότι είχε επιβιώσει από τη σκληρή διαδικασία της προσαρμογής. Εκεί, στη βελγική δεύτερη κατηγορία, έμαθε πώς να παλεύει για λεπτά συμμετοχής. Και στα 19 του, το 2017, ήλθε η πρώτη «μεγάλη πόρτα»: Η μεταγραφή στη Γάνδη. Ένα από τα πιο οργανωμένα κλαμπ του Βελγίου, με υψηλές απαιτήσεις και ακόμη υψηλότερο ανταγωνισμό.
Αλλά η μετάβαση δεν ήταν ομαλή. Ο Κοϊτά βρέθηκε ξαφνικά σε έναν κόσμο όπου το ταλέντο δεν αρκούσε. Χρειάζονταν υπομονή και πειθαρχία. Έκανε ντεμπούτο στην βελγική Α’ κατηγορία μάλιστα σε ματς εναντίον της Άντερλεχτ, αλλά αποδείχτηκε ότι η συμμετοχή του ήταν σποραδική.
Και τότε ξεκίνησε η περιπλάνηση. Δανεισμός στην Κορτράικ για τη σεζόν 18-19 (όπου έπαιξε σχεδόν ίσο χρόνο στα πλέι οφ με την κανονική περίοδο) και κυρίως μεταγραφή στη Βάασλαντ-Μπέβερεν για τη σεζόν 2019-20, μια καριέρα που έμοιαζε να κινείται περισσότερο οριζόντια παρά ανοδικά. Για πολλούς παίκτες, αυτή είναι η φάση όπου χάνονται. Στη Μπέβερεν, μακριά από τα φώτα, ο ίδιος παραδέχτηκε ότι άρχισε να ωριμάζει. Τον βοήθησε πολύ και ο Νίκι Χέιγεν, ο προπονητής του που πίστεψε στις ικανότητές του και τον καθιέρωσε βασικό. Από την πρώτη σεζόν πήγε καλά, αλλά τη δεύτερη έλαμψε, με επτά γκολ σε 27 ματς, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία «μεταφράστηκαν» σε βαθμούς. Πολύτιμους βαθμούς, που βοήθησαν την Μπέβερεν να αποφύγει τον υποβιβασμό. Πλέον δεν ήταν ο άγνωστος νεαρός, ή το ταλέντο που έψαχνε χρόνο. Αλλά ένας παίκτης έτοιμος να βοηθήσει.
Το επόμενο κεφάλαιο γράφτηκε στη Σεντ-Τρούιντεν, όπου μεταγράφηκε για τη σεζόν 2021-22. Εκεί, ο Κοϊτά έζησε ίσως την πιο καθοριστική περίοδο της καριέρας του. Όχι γιατί έγινε ξαφνικά σταρ, αλλά γιατί βρήκε σταθερότητα. Η σεζόν 2023-24 ήταν το σημείο καμπής στην καριέρα του. Πέτυχε 15 γκολ, καθοριστικές εμφανίσεις, μια αίσθηση ότι επιτέλους «κουμπώνει» το ταλέντο με την απόδοση και η προοπτική ενός καλού συμβολαίου στο εξωτερικό, που θα τον εξασφάλιζε και οικονομικά.
Παράλληλα, υπήρχε και μια άλλη, πιο προσωπική αναζήτηση: Η εθνική ταυτότητα. Για χρόνια, ο Κοϊτά δήλωνε ότι το όνειρό του ήταν να παίξει για τη Σενεγάλη. «Είναι η χώρα μου», έλεγε σε συνεντεύξεις του, αποκαλύπτοντας μια βαθιά συναισθηματική σύνδεση. Αλλά το ποδόσφαιρο, όπως και η ζωή, δεν λειτουργεί πάντα με βάση τα όνειρα. Το 2023 πήρε μια διαφορετική απόφαση: να εκπροσωπήσει τη Μαυριτανία, τη χώρα της καταγωγής του πατέρα του.
Ήταν μια επιλογή που έμοιαζε περισσότερο με συμφιλίωση παρά με συμβιβασμό. Ήταν πια σίγουρος ότι στα 26 του δεν μπορούσε να περιμένει άλλο τις κλήσεις της εθνικής Σενεγάλης, αλλά στη Μαυριτανία μπορούσε να ζήσει το διεθνές ποδόσφαιρο. Με την επιλογή του έζησε το Κόπα Άφρικα του 2023, όπου μάλιστα η Μαυριτανία κατάφερε να προκριθεί από τον όμιλο στη φάση των «16».
Και κάπως έτσι, το καλοκαίρι του 2024, ήρθε η μεταγραφή στην ΑΕΚ. Η οποία, προφανώς, δεν ξεσήκωσε θύελλα ενθουσιασμού. Την εμπιστοσύνη την κέρδισε παιχνίδι με το παιχνίδι. Η μεταγραφή, περίπου στα 4 εκατομμύρια ευρώ, επιβεβαίωσε αυτό που για χρόνια φαινόταν αμφίβολο: ότι ο Κοϊτά είχε τελικά φτάσει.
Η φετινή του σεζόν διαφημίζεται ως «σεζόν καριέρας». Λογικά δεν θα φτάσει στα νούμερα της δεύτερης χρονιάς του στη Σιντ Τρούιντεν, αλλά σίγουρα οι συνθήκες είναι πολύ πιο δύσκολες. Και οι απαιτήσεις, επίσης. Το γκολ που πέτυχε εναντίον του Ολυμπιακού το βράδυ της Κυριακής είναι χαρακτηριστικό όλης της καριέρας του. Μπορεί να μην βάζει πολλά γκολ, αλλά οι φορές που στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα είναι «χρυσάφι» για την ομάδα του.