Το μεγάλο ψέμα για τον Αλαφούζο που βολεύει τους πάντες

Από sdna.gr

Μια εύκολη εξήγηση που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά κάθε φορά που ο Παναθηναϊκός μένει πίσω και εν τέλει χάνει τη μάχη του πρωταθλήματος είναι η εξής: «Ο Αλαφούζος αλλάζει τους προπονητές κάθε 8-10 μήνες». Είναι ένα επιχείρημα που ακούγεται λογικό, στηρίζεται σε μια πραγματικότητα και, σε πρώτη ανάγνωση, δείχνει να εξηγεί πολλά. Όμως, όταν το κοιτάξεις πιο προσεκτικά, διαπιστώνεις ότι δεν εξηγεί σχεδόν τίποτα από μόνο του.

Προφανώς και η συχνή αλλαγή προπονητών είναι πρόβλημα. Δεν θα βγάλουμε την ουρά μας απ’ έξω. Το έχουμε γράψει και ισχύει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά ανά τον κόσμο. Όταν μια ομάδα αλλάζει συνεχώς τεχνικούς, χάνει τη φιλοσοφία της, το στρατηγικό της πλάνο, τη συνοχή της και τελικά την αποτελεσματικότητά της. Νόμος.

Το ερώτημα, όμως, έγκειται στο αν αυτό είναι όντως το μεγάλο και μοναδικό ζήτημα για τον Παναθηναϊκό που από το 2012, όταν ο Γιάννης Αλαφούζος ανέλαβε επίσημα το «τριφύλλι», έχει κατακτήσει τρία Κύπελλα Ελλάδας και κανένα πρωτάθλημα.

Για να απαντηθεί αυτό, πρέπει να φύγουμε από τις όποιες εντυπώσεις δημιουργούνται από την περιρέουσα ατμόσφαιρα και να πάμε στους αριθμούς. Ο Παναθηναϊκός του Γιάννη Αλαφούζου, από τις 25 Σεπτεμβρίου 2012 και μετά, έχει φτάσει στους 17 προπονητές, μαζί με τον Ράφα Μπενίτεθ, ο οποίος, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, θα αποτελέσει παρελθόν, όπερ ο 18ος είναι… στο δρόμο. Το νούμερο είναι βαρύ, ναι. Μόνο που γίνεται λιγότερο βαρύ όταν το βάλεις δίπλα στους ανταγωνιστές.

Ο Ολυμπιακός του Βαγγέλη Μαρινάκη, από την 1η Ιουλίου 2010 που ολοκληρώθηκε η εποχή Κόκκαλη, έχει προχωρήσει σε 19 προπονητές, μαζί με τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ. Αν περιορίσουμε τη σύγκριση στο ίδιο διάστημα με τον Αλαφούζο, δηλαδή από το φθινόπωρο του 2012 και μετά, οι «ερυθρόλευκοι» έχουν αλλάξει 17 τεχνικούς, με τον Βάσκο να συμπεριλαμβάνεται στην καταμέτρηση.

Στον ΠΑΟΚ, ο Ιβάν Σαββίδης ανέλαβε στις 10 Αυγούστου 2012, λίγες εβδομάδες πριν από τον Αλαφούζο στον Παναθηναϊκό. Από τότε, ο Ραζβάν Λουτσέσκου είναι ο 13ος προπονητής στην ιδιοκτησιακή περίοδο Σαββίδη, αλλά και στο ίδιο ουσιαστικά χρονικό πλαίσιο με εκείνο του Παναθηναϊκού.

Η ΑΕΚ είναι μια ειδική περίπτωση λόγω της πρόσφατης αλλαγής ιδιοκτησίας. Ο Μάριος Ηλιόπουλος ανέλαβε στις 10 Ιουνίου 2024 και ουσιαστικά άλλαξε μόνο τον Ματίας Αλμέιδα με τον Μάρκο Νίκολιτς. Ωστόσο, στο συνολικό διάστημα Αλαφούζου, δηλαδή από τα τέλη του 2012 μέχρι σήμερα, η ΑΕΚ, με την περίοδο Μελισσανίδη και πλέον Ηλιόπουλου, έχει φτάσει επίσης στους 17 προπονητές, με τον Νίκολιτς να συμπεριλαμβάνεται.

Άρα, από τα τέλη του 2012 μέχρι σήμερα, η εικόνα είναι: Παναθηναϊκός 17 προπονητές, Ολυμπιακός 17, ΠΑΟΚ 13, ΑΕΚ 17. Αυτό σημαίνει ότι ο Παναθηναϊκός δεν είναι κάποια στατιστική ανωμαλία στο ελληνικό ποδόσφαιρο, όσον αφορά την «καραμέλα» της συχνής αλλαγής προπονητών. Δεν είναι ο μόνος που αλλάζει τεχνικούς, δεν είναι καν ο πιο ακραίος της σύγκρισης. Είναι όμως εκείνος που, ενώ αλλάζει περίπου όσο και οι άλλοι, παίρνει πολύ, πάρα πολύ, λιγότερα πίσω.

Στο θέμα τίτλων, η συζήτηση σοβαρεύει. Στο διάστημα Αλαφούζου, ο Παναθηναϊκός έχει κατακτήσει 3 Κύπελλα Ελλάδας. Στο ίδιο διάστημα, ο Ολυμπιακός έχει φτάσει σε 9 πρωταθλήματα, 3 Κύπελλα, 1 Conference League και 1 Super Cup. Ο ΠΑΟΚ μετρά 2 πρωταθλήματα και 4 Κύπελλα, ενώ η ΑΕΚ έχει κατακτήσει 2 πρωταθλήματα και 2 Κύπελλα, με το τρίτο πρωτάθλημα να βρίσκεται προ των πυλών.

Εκεί ακριβώς σπάει το εύκολο επιχείρημα. Αν οι αλλαγές προπονητών ήταν από μόνες τους η βασική αιτία της αποτυχίας, τότε οι ανταγωνιστές του Παναθηναϊκού θα έπρεπε να έχουν πληρώσει ανάλογο τίμημα. Δεν το πλήρωσαν. Άλλαξαν κι εκείνοι, πολλές φορές με την ίδια ή σχεδόν την ίδια συχνότητα, αλλά στο μεταξύ γέμισαν τις τροπαιοθήκες τους. Ο Παναθηναϊκός, αντίθετα, άλλαζε πρόσωπα στον πάγκο χωρίς να αλλάζει πραγματικά επίπεδο και χωρίς να καταφέρει να «αρπάξει» πρωτάθλημα ή πρωταθλήματα από τους άμεσους ανταγωνιστές του.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αλλαγή στη –λεγόμενη- άκρη του πάγκου. Είναι τι αφήνει πίσω της κάθε αλλαγή και ευτυχώς ή δυστυχώς τα στοιχεία είναι εδώ και μας βοηθούν να καταρρίψουμε και αυτόν τον μύθο, έστω και ένα μέρος του. Στον Ολυμπιακό, ακόμη και όταν οι προπονητές εναλλάσσονταν με μεγάλη ταχύτητα, παρέμενε και παραμένει μια σταθερή απαίτηση, ο τίτλος. Και όλοι ξέρουν ότι πρόκειται για ένα περιβάλλον που λειτουργεί με όρους πίεσης, αποτελέσματος και πρωταθλητισμού. Μπορεί να γίνονται λάθη, μπορεί να υπάρχουν αποτυχημένες επιλογές, μπορεί να υπάρχει υπερβολική βιασύνη, αλλά η ομάδα δεν χάνει ποτέ εντελώς την αίσθηση του τι ακριβώς κυνηγάει.

Στον ΠΑΟΚ, η υπόθεση έχει άλλη ανάγνωση. Μέχρι το 2021 υπήρξαν αλλαγές, δοκιμές, μετακινήσεις στον πάγκο και περίοδοι αναζήτησης. Από τη στιγμή όμως που ο οργανισμός επέστρεψε στον Ραζβάν Λουτσέσκου, η επιλογή έγινε σχεδόν απόλυτη: Ραζβάν και… ξερό ψωμί. Ο ΠΑΟΚ δεν έγινε ανταγωνιστικός επειδή δεν άλλαξε ποτέ προπονητές, αλλά επειδή αποφάσισε πού πατάει, ποια αγωνιστική ιδέα υπηρετεί και ποιον άνθρωπο εμπιστεύεται για να τη στηρίξει. Από εκεί και μετά, επέδειξε αξιοσημείωτη σταθερότητα, κάτι που στο ελληνικό ποδόσφαιρο δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά πλεονέκτημα.

Η ΑΕΚ, από την πλευρά της, πέρασε κι εκείνη φάσεις αστάθειας, όμως βρήκε στο project Αλμέιδα μια καθαρή αγωνιστική ταυτότητα και την υποστήριξε. Δεν ήταν μόνο το πρόσωπο του προπονητή. Ήταν ότι για ένα διάστημα ολόκληρος ο οργανισμός λειτούργησε γύρω από μια συγκεκριμένη ένταση, μια συγκεκριμένη ιδέα παιχνιδιού και μια συγκεκριμένη αίσθηση κατεύθυνσης.

Στον Παναθηναϊκό, το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές η αλλαγή προπονητή δεν λειτουργεί ως διόρθωση πορείας, αλλά ως ολική επανεκκίνηση. Μαζί με τον προπονητή αλλάζει η φιλοσοφία, αλλάζει η λογική των μεταγραφών, αλλάζει ο τρόπος που διαβάζεται το ρόστερ, αλλάζει η αγωνιστική στόχευση και, τελικά, αλλάζει η ίδια η εικόνα της ομάδας. Έτσι, αντί να υπάρχει συσσώρευση γνώσης και εμπειρίας, υπάρχει ένα διαρκές σβήσιμο του προηγούμενου κεφαλαίου.

Αυτό φαίνεται και στο γήπεδο. Αν ρωτήσεις σήμερα ποιο είναι το καθαρό ποδοσφαιρικό προφίλ του Παναθηναϊκού της τελευταίας δεκαετίας, η απάντηση δεν έρχεται εύκολα. Άλλες εποχές έψαχνε κατοχή και έλεγχο, άλλες πιο άμεσο παιχνίδι, άλλες ένταση, άλλες ασφάλεια, άλλες ευρωπαϊκή πειθαρχία και άλλες απλώς μια λύση ανάγκης για να βγει η σεζόν. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Παναθηναϊκός δεν έχει χτίσει μια αναγνωρίσιμη ταυτότητα που να αντέχει πέρα από τα πρόσωπα.

Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά με τους ανταγωνιστές του και εδώ μπαίνει η δεύτερη μεγάλη διάσταση: η στελέχωση. Ένας σύλλογος δεν είναι μόνο ο προπονητής του. Είναι ο τεχνικός διευθυντής, το scouting, η μεταγραφική στρατηγική, η ικανότητα να εντοπίζεις ανάγκες πριν γίνουν τρύπες και η ψυχραιμία να χτίζεις ρόστερ που υπηρετούν ένα σχέδιο. Στον Παναθηναϊκό, πολλές φορές οι επιλογές μοιάζουν να έχουν γίνει με διαφορετικές ποδοσφαιρικές γλώσσες. Σαν να αγοράζονται καλοί παίκτες, αλλά όχι πάντα οι σωστοί παίκτες για το ίδιο πλάνο.

Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Έρχεται ένας προπονητής, βρίσκει ένα ρόστερ που δεν είναι ακριβώς δικό του, προσπαθεί να το προσαρμόσει, δεν παίρνει γρήγορα αποτέλεσμα, αυξάνεται η πίεση, η ομάδα μπαίνει στην πρίζα, το περιβάλλον βαραίνει και κάποια στιγμή έρχεται η επόμενη αλλαγή. 

Μπορούμε να πούμε πολλά για τον Αλαφούζο. Ότι έχασε μάχες στο παρασκήνιο, ότι έχασε μάχες στις διαιτησίες, ότι πολλές φορές μπάζει και βγάζει την ομάδα από την πρίζα, ότι έχει πάρει αποφάσεις που δεν εξηγούνται εύκολα και ότι δεν κατάφερε να μετατρέψει τον Παναθηναϊκό σε έναν σταθερό μηχανισμό πρωταθλητισμού. Εκείνο όμως που δεν στέκει ως μοναδική εξήγηση είναι το «αλλάζει προπονητές». Για τον απλούστατο λόγο ότι το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι ανταγωνιστές του.

Η διαφορά είναι πως οι άλλοι, μέσα από τις αλλαγές τους, βρήκαν τρόπους να παίρνουν τίτλους. 

Γι’ αυτό, η πραγματική ερώτηση δεν είναι πόσους προπονητές άλλαξε ο Παναθηναϊκός. Η πραγματική ερώτηση είναι τι ακριβώς χτίστηκε ανάμεσα στις αλλαγές και ποια κουλτούρα πρωταθλητισμού δημιουργήθηκε; 

* Στην καταμέτρηση των προπονητών Παναθηναϊκού, Ολυμπιακού, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ, υπολογίζονται και οι προπονητές που επέστρεψαν. Αντίθετα, δεν υπολογίζονται οι υπηρεσιακοί λίγων (7-30) ημερών.

Πρωτότυπο άρθρο