Το κερδισμένο όνειρο του Μικέλ Αρτέτα (vids)

Από sdna.gr

Ο Μικέλ Αρτέτα δεν έμοιαζε ποτέ με άνθρωπο που θα αποδεχόταν εύκολα την ήττα. Ακόμα και τώρα, στις στιγμές των πανηγυρισμών για τον τίτλο της Άρσεναλ στην Πρέμιερσιπ, το πρόσωπό του κρατά πάντα κάτι από εκείνη τη μόνιμη εσωτερική ένταση ενός ανθρώπου που μεγάλωσε κυνηγώντας πράγματα που διαρκώς του ξέφευγαν. Ίσως γι’ αυτό το πρωτάθλημα της σεζόν 2025-26 να έμοιαζε περισσότερο με προσωπική λύτρωση παρά με μια απλή προπονητική επιτυχία.

Γιατί, στην πραγματικότητα, η καριέρα του Αρτέτα είναι γεμάτη από όνειρα που έσβησαν λίγο πριν γίνουν πραγματικότητα. Δεν πτοήθηκε, όμως. Δούλεψε πολύ, είχε υπομονή, πέρασε τις αμφισβητήσεις και δικαιώθηκε.

Όταν βρέθηκε στη Λα Μάσια στα τέλη της δεκαετίας του ’90, πίστευε πως το φυσικό επόμενο βήμα θα ήταν η πρώτη ομάδα της Μπαρτσελόνα. Όταν αποφάσισε να αφήσει την ομάδα της γειτονιάς του, την Αντιγκουόκο, και να πάει στη Βαρκελώνη για να συμμετέχει στις δοκιμές των Καταλανών, είχε πολλά όνειρα. Το έκανε μαζί με άλλα δύο παιδιά της ομάδας, τον Τζον Αλβάρες και τον Μικέλ Γιάνγκουας. Τους πήραν και τους τρεις. Οι άλλοι δύο δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στην ασκητική ζωή των «εσώκλειστων» παιδιών της ποδοσφαιρικής ακαδημίας. Αυτός το κατάφερε.

Έπαιζε στη δεύτερη ομάδα της Μπαρτσελόνα από το 1999 έως το 2002 και θεωρούνταν ένα από τα σοβαρότερα πρότζεκτ του συλλόγου. Όμως εκείνη η εποχή ήταν αδυσώπητη για τους νεαρούς μέσους. Στην πρώτη ομάδα υπήρχαν ήδη ποδοσφαιριστές που έκλειναν κάθε πιθανή πόρτα. Ο νεαρός Τσάβι είχε ήδη αρχίσει να γίνεται βασικός. Ο Ινιέστα ερχόταν με φόρα από πίσω. Η Μπαρτσελόνα άλλαζε εποχή, αλλά όχι με τον Αρτέτα στο κέντρο της.

Δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα της πρώτης ομάδας σε επίσημο παιχνίδι. Και για έναν Βάσκο που είχε φτάσει στη Βαρκελώνη με την ιδέα ότι θα γίνει μέρος της ιστορίας του συλλόγου, αυτό έμεινε πάντα σαν μια ανοιχτή εκκρεμότητα.

Η ειρωνεία είναι ότι, χρόνια αργότερα, ως προπονητής, θα γινόταν ένας από τους ανθρώπους που επηρέασαν περισσότερο τη σύγχρονη σχολή κατοχής και positional play εκτός Ισπανίας. Σαν να έμαθε τελικά το ποδόσφαιρο που ονειρευόταν να παίξει, αλλά από τον πάγκο.

Το δεύτερο μεγάλο «σχεδόν» της ζωής του είχε χρώμα μπλε και άσπρο. Το 2004 επέστρεψε στην πατρίδα του για λογαριασμό της Ρεάλ Σοσιεδάδ. Το σχέδιο ήταν ξεκάθαρο. Θα έπαιζε μαζί με τον παιδικό του φίλο, τον Τσάμπι Αλόνσο, σε μια ομάδα που τότε βρισκόταν ακόμη στον απόηχο της εντυπωσιακής πορείας προς τον τίτλο του 2003. Οι δυο τους είχαν μεγαλώσει μαζί στο Σαν Σεμπαστιάν. Ήταν παιδιά της ίδιας ποδοσφαιρικής κουλτούρας, δύο χαφ που καταλάβαιναν το παιχνίδι σχεδόν τηλεπαθητικά.

Μόνο που το ποδόσφαιρο σπάνια ακολουθεί τα σενάρια που γράφονται στα παιδικά χρόνια.

Τη στιγμή που ολοκληρωνόταν η μεταγραφή του Αρτέτα, ο Αλόνσο ετοιμαζόταν να φύγει για τη Λίβερπουλ. Δεν πρόλαβαν ποτέ να παίξουν μαζί στη Ρεάλ Σοσιεδάδ. Ο ένας έμπαινε, ο άλλος έφευγε. Εκείνο το καλοκαίρι ο Αρτέτα κατάλαβε ίσως για πρώτη φορά πως η καριέρα του θα ήταν γεμάτη μικρές καθυστερήσεις απέναντι στα όνειρά του.

Το τρίτο απωθημένο ήταν η εθνική ομάδα. Για χρόνια θεωρούνταν ένας από τους πιο υποτιμημένους Ισπανούς μέσους της γενιάς του. Έξυπνος, τακτικά πειθαρχημένος, με εξαιρετική πάσα και σπάνια ωριμότητα στο παιχνίδι του. Όμως έπεσε πάνω στη μεγαλύτερη ίσως φουρνιά χαφ που παρήγαγε ποτέ η Ισπανία. Τσάβι, Ινιέστα, Τσάμπι Αλόνσο, Σεσκ Φάμπρεγας, Νταβίντ Σίλβα, Μπουσκέτς. Η πόρτα της εθνικής ανδρών έμενε συνεχώς κλειστή.

Δεν έπαιξε ποτέ ούτε ένα επίσημο ματς με την ανδρική ομάδα της εθνικής ανδρών, έμεινε με τις συμμετοχές του στις «μικρές» της Ισπανίας.

Κάποια στιγμή, το 2009, όταν πλέον αγωνιζόταν στην Έβερτον και είχε περάσει πολλά χρόνια στην Αγγλία, υπήρξε μέχρι και συζήτηση για πιθανή συμμετοχή του στην εθνική Αγγλίας. Η ιδέα έφτασε αρκετά μακριά ώστε να εξεταστεί σοβαρά, όμως απορρίφθηκε λόγω κανονισμών. Ήταν μια παράξενη στιγμή. Ένας Ισπανός που δεν χωρούσε στην Ισπανία και αναζητούσε μια δεύτερη πατρίδα ποδοσφαιρικά.

Ούτε αυτό συνέβη ποτέ.

Και ύστερα υπήρχε το μεγαλύτερο κενό απ’ όλα. Το πρωτάθλημα στην Αγγλία.

Ο Αρτέτα έπαιξε σε μεγάλους συλλόγους. Στη Paris Saint-Germain F.C. ως νεαρός, πήρε ένα Ιντερτότο. Στη σκωτσέζικη Ρέιντζερς πανηγύρισε το μοναδικό πρωτάθλημα στην καριέρα του.  Στην Έβερτον και αργότερα στην Άρσεναλ του Αρσέν Βενγκέρ έπαιξε συνολικά 11 σεζόν. Κατέκτησε κύπελλα, σούπερ καπ, είχε σημαντικές ευρωπαϊκές βραδιές, φόρεσε περιβραχιόνια αρχηγού. Αλλά πρωτάθλημα δεν πήρε ποτέ.

Ίσως γι’ αυτό, όταν επέστρεψε ως προπονητής στην Άρσεναλ το 2019, έδειχνε εξαρχής άνθρωπος που δεν ενδιαφερόταν απλώς να φτιάξει μια ανταγωνιστική ομάδα. Ήθελε να διορθώσει κάτι βαθύτερο. Να κλείσει μια προσωπική εκκρεμότητα δεκαετιών.

Τα πρώτα χρόνια ήταν χαοτικά. Η Άρσεναλ έμοιαζε χαμένη ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον της. Ο Αρτέτα κατηγορήθηκε για εμμονές, υπερβολικό έλεγχο, πεισματικές επιλογές. Υπήρξαν βράδια που έμοιαζε κοντά στην απόλυση. Υπήρξαν στιγμές που το κοινό αμφέβαλλε αν αυτός ο νεαρός προπονητής μπορούσε πραγματικά να οδηγήσει τον σύλλογο πίσω στην κορυφή.

Στην αρχή ήλθε το κύπελλο (2020) κι αμέσως μετά το Σούπερ Καπ. Δύο τίτλοι που έδωσαν ελπίδα στον κόσμο της Άρσεναλ ότι η επιλογή του δεν ήταν λάθος. Κι έπειτα ήρθαν οι δεύτερες θέσεις. Δεύτερη το 2023 με 84 βαθμούς. Δεύτερη το 2024 με 89 βαθμούς. Δεύτερη το 2025 με 74 βαθμούς. Η Άρσεναλ πλησίαζε, αλλά λύγιζε στο τέλος. Σαν να αναπαρήγαγε την ίδια την ποδοσφαιρική ζωή του προπονητή της. Πάντα κοντά στο όνειρο, αλλά ποτέ μέσα.

Η σεζόν 2025-26 είχε για τον Αρτέτα μια προσωπική αίσθηση… διόρθωσης της ανορθογραφίας. Ένας ποδοσφαιράνθρωπος με τη δική του αξία πρέπει να το πιστοποιεί και με…silverware, που λένε και στην Αγγλία. Με κούπες, σύμφωνα με την ελληνική αργκό. Η Άρσεναλ έφυγε από τον γρουσούζικο αριθμό των 13 τίτλων πρωταθλήτριας, που την στοίχειωνε επί 22 χρόνια.

Πρωτότυπο άρθρο