Iron Maiden: 50 χρόνια metal, κρίσεις και επιστροφές - Η μεγάλη συνέντευξη των μελών της θρυλικής μπάντας

Από sdna.gr

Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυσή τους στο ανατολικό Λονδίνο, τα Χριστούγεννα του 1975, οι Iron Maiden παραμένουν ένα από τα πιο ανθεκτικά και ιδιοσυγκρασιακά φαινόμενα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής - είτε μιλάμε για μέταλ, είτε για ποπ, είτε για ροκ.

Με αφορμή την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ «Iron Maiden: Burning Ambition» και τις επερχόμενες συναυλίες στο Knebworth, τα μέλη του συγκροτήματος μιλούν σε μια εκτενή και χορταστική συνέντευξη στην εφημερίδα Guardian, επιστρέφοντας με νοσταλγία σε μια διαδρομή γεμάτη επιτυχίες, κρίσεις και αποφάσεις που λίγο έλειψε να τα ανατρέψουν όλα.

«Γιατί δεν είναι 10 ώρες το ντοκιμαντέρ;»

Ο μπασίστας και ιδρυτής του συγκροτήματος, Steve Harris, αντιμετωπίζει τη διάρκεια αυτής της πορείας σχεδόν με απορία. «Ο χρόνος πέρασε τόσο γρήγορα. Βγαίνεις σε περιοδεία για λίγους μήνες και σου φαίνεται σαν να "πετάει" ο χρόνος, αλλά συμβαίνουν τόσα πολλά. Όλη η καριέρα μας είναι μια προέκταση αυτού: για 50 ολόκληρα χρόνια», λέει, περιγράφοντας μια διαδρομή που ξεκίνησε από μικρές παμπ και κατέληξε σε αχανή στάδια.

Δίπλα του, σε διαφορετικό τόνο, ο τραγουδιστής Bruce Dickinson αντιμετωπίζει την ιστορία του συγκροτήματος με ενθουσιασμό και χιούμορ. «Οι φανατικοί των Maiden θα πούνε: γιατί δεν είναι 10 ώρες το ντοκιμαντέρ;», σχολιάζει γελώντας για το «Burning Ambition». «Αλλά ελπίζω να είναι μια διασκεδαστική διαδρομή».

Η ιστορία των Iron Maiden ξεκινά το 1975, μέσα στο χάος και την ενέργεια της μεταβατικής περιόδου ανάμεσα στο punk και το heavy metal. Η λεγόμενη New Wave of British Heavy Metal αποτέλεσε το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η ταυτότητά τους, αν και ο Harris απορρίπτει κατηγορηματικά τις συγκρίσεις με το punk. «Θα προτιμούσα να σκουπίζω δρόμους παρά να παίζω αυτό το πράγμα», δηλώνει χαρακτηριστικά στο ντοκιμαντέρ.

Ο Dickinson, που εντάχθηκε στο συγκρότημα το 1981, θυμάται εκείνη την εποχή πολύ χαρακτηριστικά. «To έλεγαν NWOBHM! Αν μπορούσες να το γράψεις, μπορούσες και να το πεις», λέει. «Αλλά εμείς τότε λέγαμε: μα τι μας λέτε; Αυτή η μουσική υπάρχει εδώ και χρόνια!». Περιγράφει σκηνές από το Marquee Club και το Music Machine στο Λονδίνο, όπου «έπαιζες πρώτα στην άκρη μιας παμπ και μετά, αν ήσουν τυχερός, έφτανες εκεί που πραγματικά ήθελες να είσαι».

Η είσοδος του Dickinson στην μπάντα αποτέλεσε σημείο καμπής. Με τη χαρακτηριστική φωνή του και τη θεατρική του προσέγγιση, έδωσε στο συγκρότημα μια νέα διάσταση. «Ήταν σαν να παίζεις σε μια μικρή ομάδα και ξαφνικά να σου λένε να βγεις βασικός στη Μάντσεστερ Σίτι», λέει. «Ήμουν υπερβολικά σίγουρος για τον εαυτό μου, αλλά ήξερα ότι μπορούσα να κάνω ακριβώς αυτό που ήθελαν - και ακόμη περισσότερα».

Αυτή η αυτοπεποίθηση αποτυπώθηκε στο άλμπουμ «The Number of the Beast» του 1982, που καθόρισε την αισθητική και τη φιλοδοξία του συγκροτήματος. Ο Harris θυμάται σχετικά: «Δεν μπαίνεις στο στούντιο σκεπτόμενος ότι φτιάχνεις κλασικό δίσκο. Λες απλώς ότι κάναμε έναν πολύ καλό δίσκο και βλέπουμε αν θα αρέσει». Ο Dickinson διαφωνεί ανοιχτά: «Όχι, όχι, ξέραμε ότι ήταν ξεχωριστό άλμπουμ. Καθόμασταν μετά τις ηχογραφήσεις, πίναμε και λέγαμε: “Γαμώτο, αυτό είναι απίστευτο”».

Η δεκαετία του 1980 ήταν περίοδος ασταμάτητης δραστηριότητας. «Όταν είσαι στα 20 σου, δεν καταλαβαίνεις τι κάνει όλο αυτό στο σώμα σου», λέει ο κιθαρίστας Adrian Smith. «Δεν είχαμε επιτυχίες στα charts που να μας κρατούν. Έπρεπε να βγούμε έξω και να παίξουμε. Αλλά κάποια στιγμή σε προλαβαίνει».

Η εξάντληση κορυφώθηκε στην περιοδεία World Slavery Tour. Για τον Dickinson, ήταν σημείο καμπής. «Ένιωθα ότι δεν είχα ζωή. Ήταν σαν ένα χρυσό κλουβί. Σκεφτόμουν: αξίζει; Ήμουν αρκετά νέος για να κάνω κάτι άλλο». Η σκέψη του ήταν ριζοσπαστική: «Σκεφτόμουν να τα παρατήσω και να γίνω δάσκαλος ξιφασκίας. Να φύγω, πριν χάσω τον εαυτό μου».

Η κρίση αυτή προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν τη δεκαετία του 1990. Με την άνοδο συγκροτημάτων όπως οι Guns N' Roses και οι Metallica, το ύφος των Iron Maiden άρχισε να φαίνεται ξεπερασμένο. Ο Smith αποχώρησε, εξηγώντας: «Ήμουν σε σύγχυση. Δεν μπορούσα να γράψω, να συνθέσω μουσική. Δεν ένιωθα άνετα με την κατεύθυνση που παίρναμε».

Ο Dickinson ακολούθησε το 1993. «Ήταν μια περίοδος αμφιβολίας. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν σε ένα σύστημα από τα 20 μου και δεν ήξερα πώς να υπάρξω έξω από αυτό. Αυτό ήταν τρομακτικό», παραδέχεται. Ο Harris βλέπει εκείνη την περίοδο ως αποτέλεσμα κακής επικοινωνίας. «Κάποιος έλεγε “φεύγω” και η απάντηση ήταν “εντάξει”. Δεν μιλούσαμε πραγματικά μεταξύ μας».

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα. Με νέο τραγουδιστή τον Blaze Bayley, οι Iron Maiden συνέχισαν, αλλά η απήχηση μειώθηκε, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. «Ήταν δύσκολα στην Αμερική», λέει ο Harris. «Αλλά έτσι είναι. Μαθαίνεις να ανεβαίνεις και να κατεβαίνεις με τα κύματα».

Η επιστροφή του Dickinson και του Smith το 1999 σηματοδότησε μια νέα αρχή. «Όλη η διαδικασία επανένωσης ήταν γελοιωδώς... μυστικοπαθής», θυμάται ο Dickinson. «Σαν μυθιστόρημα κατασκοπείας. Τελικά βρεθήκαμε σε μια μαρίνα στο Μπράιτον και μιλήσαμε». Το αποτέλεσμα ήταν το άλμπουμ Brave New World και μια εντυπωσιακή επιστροφή στη σκηνή, με συναυλία μπροστά σε 250.000 θεατές στο Rock in Rio.

Από τότε, το συγκρότημα κινείται με πιο αργό ρυθμό, αλλά με σταθερή ποιότητα. Δίσκοι όπως το «The Book of Souls» και το «Senjutsu» δείχνουν μια μπάντα που εξελίσσεται, συνδυάζοντας την ένταση του metal με πιο προοδευτικές δομές. «Οποιοδήποτε τραγούδι και να δώσεις στους Iron Maiden, θα ακουστεί σαν Iron Maiden», λέει ο Dickinson. «Μην με ρωτάς πώς. Απλώς συμβαίνει».

Ο Harris, πιο προσγειωμένος, κοιτάζει ήδη την επόμενη μέρα. «Ίσως πάρουμε μια χρονιά off. Εγώ δεν το ήθελα, αλλά δεν είμαι μόνος μου», λέει γελώντας. Και για νέο υλικό; «Δεν έχει νόημα να κάνεις συνέχεια τα ίδια. Θα δούμε τι θέλουμε να κάνουμε και θα προχωρήσουμε».

Πηγή: iefimerida.gr

Πρωτότυπο άρθρο